ΤΟ ΜΕΓΑ ΕΡΩΤΗΜΑ ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ;

Κάποτε ήταν η Ρώμη, μετά η Κωνσταντινούπολη, αργότερα το Λονδίνο και ύστερα η Νέα Υόρκη. Αλλά ποια είναι η πρωτεύουσα του κόσμου σήμερα; Στο πρώτο από μία σειρά μεγάλων ερωτημάτων, ο JO PARKER εξερευνά τι είναι αυτό που χρειάζεται για να γίνει μια πόλη η πρωτεύουσα του κόσμου και καταρτίζει μια λίστα, ενώ οι ανταποκριτές του Economist δίνουν τις δικές τους απαντήσεις

 

Όταν οι πολιτικοί συζητούσαν πού να εγκαταστήσουν το αρχηγείο των νεοσύστατων Ηνωμένων Εθνών το 1946, μια χρονιά που ο πόλεμος είχε αφήσει έντονα τα σημάδια του, ένα μέρος ξεχώριζε ως η πιθανή ανεπίσημη πρωτεύουσα του κόσμου. Η Νέα Υόρκη ήταν τότε η μεγαλύτερη πόλη του κόσμου, με 12 εκατ. κατοίκους. Ήταν η μεγαλύτερη και πιο ισχυρή μητρόπολη στην πλουσιότερη και πιο επιτυχημένη οικονομία. Αποτελούσε τον πυρήνα της αντίληψης για το πώς να βελτιωθούν όλες οι πόλεις. Ήταν επίσης ένας πολιτιστικός μαγνήτης, η έδρα των ουρανοξυστών και των εξπρεσιονιστών αφηρημένης τέχνης, της μπίμποπ και της τζαζ. Η συγγραφέας Joan Didion περιγράφει την άφιξή της στη Νέα Υόρκη το 1954: “Ήταν καλοκαίρι και κατέβηκα από το αεροπλάνο φορώντας ένα καινούργιο φόρεμα, το οποίο φαινόταν πολύ εντυπωσιακό στο Σακραμέντο, τώρα όμως φαινόταν ήδη πολύ λιγότερο εντυπωσιακό… και ο ζεστός αέρας μύριζε μούχλα και το ένστικτό μου, προγραμματισμένο από τις ταινίες που είχα δει, τα τραγούδια που είχα ακούσει και τις ιστορίες που μου είχαν διηγηθεί για τη Νέα Υόρκη, με προειδοποίησε ότι η ζωή μου δεν θα ήταν ποτέ ξανά η ίδια”.

Έξι δεκατίες μετά, ο ψυχρός πόλεμος δεν υπάρχει πια, η οικονομική κυριαρχία της Αμερικής αμφισβητείται από την Κίνα -και όχι μόνο- και τα Ηνωμένα Έθνη χρειάζονται αναθεώρηση. Με την πάροδο των χρόνων, υπήρχαν πολλές προτάσεις να μεταφερθεί η Γενική Συνέλευση: της Ρωσίας να μεταφερθεί στην Αγία Πετρούπολη (2001), στον Καναδά να γίνει στο Μόντρεαλ (2007), και να πραγματοποιηθεί στις πολιτείες της Σιγκαπούρης (2008) και του Ντουμπάι (2010). Οπότε μάλλον δεν θα θεωρηθεί υπερβολή η πιθανότητα να μετακομίσουν τα Ηνωμένα Έθνη. Επίσης δεν είναι υπερβολή να υποβάλλουμε το μέγα ερώτημα: ποια μπορεί να γίνει η επόμενη ανεπίσημη πρωτεύουσα του κόσμου;

Αν τα ισχυρά πρόσωπα παγκοσμίως έπρεπε να επιλέξουν τη μεγαλύτερη πόλη του κόσμου, όπως έγινε το 1946, η πόλη αυτή θα ήταν το Τόκιο, το οποίο ξεπέρασε τη Νέα Υόρκη σε πληθυσμό λίγο αφότου τα Ηνωμένα Έθνη εγκαταστάθηκαν εκεί, και πλέον μετρά πάνω από 30 εκατ. κατοίκους. Όμως το μέγεθος, όπως λένε, δεν είναι το παν. Η ισχύς, οι οικονομικές διασυνδέσεις, ο πολιτισμός και η παιδεία είναι κι αυτοί παράγοντες που παίζουν ρόλο. Ανά τους αιώνες, οι μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου κυριαρχούσαν όχι μόνο εξαιτίας της αριθμητικής τους υπεροχής αλλά επειδή ήταν οι πρωτεύουσες αυτοκρατοριών σε διεθνές επίπεδο. Αυτό ίσχυε για τη Ρώμη τον πρώτο αιώνα (ήταν η πρώτη πόλη που έφτασε το 1 εκατ. κατοίκους)· για την Κωνσταντινούπολη τον πέμπτο αιώνα· για την Τσανγκ Αν (τη σημερινή Ξι Αν), την πρωτεύουσα της Κίνας τον έβδομο αιώνα· τη Βαγδάτη τον δέκατο αιώνα· την Tenochtitlan, την πρωτεύουσα των Αζτέκων, στα τέλη του 15ου αιώνα· ίσχυε και για το Λονδίνο του 19ου αιώνα (η πρώτη πόλη που έφτασε τα 5 εκατ. κατοίκους). Όσο τεράστιο κι αν είναι, το Τόκιο δεν ανήκει όμως στην ίδια κατηγορία. Δεν είναι διεθνές, ενώ είναι η έδρα λίγων ξένων κατοίκων αναλογικά με το μέγεθός του.

Η ισχύς είναι σημαντικός παράγοντας, αλλά ούτε οι πρωτεύουσες των δύο πιο ισχυρών χωρών του κόσμου –που πλησιάζουν την έννοια των αυτοκρατορικών πόλεων σήμερα– δεν πληρούν τις προϋποθέσεις. Το Πεκίνο δεν έχει καμία πιθανότητα να θεωρηθεί παγκόσμια πόλη και θα συνεχίσει να μην έχει καμία πιθανότητα όσο το Κομουνιστικό Κόμμα διατηρεί τον ασφυκτικό κλοιό του. Στη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο, το ένα τέταρτο με ένα τρίτο των κατοίκων δεν είναι γεννημένοι εκεί. Στο Πεκίνο το ποσοστό αυτό είναι κάτω του 1%. Οι ξένοι πρέπει να έχουν ένα μέρισμα σε μία πόλη για να αποκτήσει η πόλη αυτή παγκόσμιο κύρος.

Η Ουάσινγκτον είναι πιο κατάλληλη υποψήφια από αυτήν την πλευρά. Έχει περισσότερους ανθρώπους που παίρνουν σοβαρά τον υπόλοιπο κόσμο από οποιοδήποτε άλλο μέρος. Το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα –οι δύο κύριοι διεθνείς χρηματοοικονομικοί οργανισμοί– έχουν εκεί την έδρα τους. Η Ουάσινγκτον παίρνει και τον ίδιο της τον εαυτό στα σοβαρά κι έτσι πρέπει: όπως και στο Λονδίνο του 19ου αιώνα, οι αποφάσεις που λαμβάνονται εκεί έχουν τη μεγαλύτερη επιρροή στον υπόλοιπο κόσμο από οποιαδήποτε άλλη πόλη. Η ισχυρή πόλη έχει τη δυνατότητα να ξεκινάει και να τερματίζει πολέμους, να διασώζει και να καταστρέφει οικονομίες. Εντούτοις, το θέμα της κυρίαρχης πόλης δεν έχει να κάνει μόνο με την πολιτική εξουσία ή με το πλήθος των ομάδων προβληματισμού. Η Ουάσινγκτον –η πόλη με τη “γοητεία του Βορρά και την αποδοτικότητα του Νότου”, όπως είχε πει ο John F. Kennedy– δεν έχει κάποια άλλη δράση εκτός από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών, και αυτό είναι λάθος. Η Ουάσινγκτον είναι διεθνής χωρίς να είναι κοσμοπολίτικη, εμπνέει το σεβασμό, αλλά κανείς δεν θέλει να της μοιάσει και έχει και πολιτική ισχύ, χωρίς όμως να αποτελεί η ίδια το λαμπερό παράδειγμα.

Το 1957, πέντε χρόνια αφότου τα Ηνωμένα Έθνη μετακόμισαν στο αρχηγείο τους στην East 42nd Street, ο Jack Kerouac τελείωνε το βιβλίο του “στο δρόμο” λίγα μόλις τετράγωνα πιο πέρα, στην Times Square. Έχοντας κάνει το γύρο της Αμερικής, βρέθηκε κατά την επιστροφή του σε ώρα αιχμής ανάμεσα στην “απόλυτη τρέλα, τις επευφημίες και τον τρόμο της Νέας Υόρκης, με τους εκατοντάδες εκατομμύριά της να βιάζονται συνέχεια για να βγάλουν χρήματα και να πιάσουν το τρελό όνειρο –να αρπάζουν, να παίρνουν, να δίνουν, να αναστενάζουν, να πεθαίνουν.”Ο Kerouac ασκούσε κριτική στον καταναλωτισμό της δεκαετίας του ’50, φυσικά, αλλά η περιγραφή του συλλαμβάνει αυτό που κάνει μια πόλη να ευδοκιμεί: εκατομμύρια άνθρωποι να τρέχουν να βγάλουν χρήματα –όσες περισσότερες ευκαιρίες έχουν για να αρπάζουν, να παίρνουν και να δίνουν τόσο πιο διεθνής γίνεται στην πραγματικότητα η πόλη τους.

Οι πόλεις είναι εμπορικά προϊόντα. Οι αγροτικές αγορές εμπορεύονται καλλιέργειες· οι μεγάλες πόλεις εμπορεύονται βιομηχανικά προϊόντα· οι διεθνείς πόλεις σχεδιάζουν και εμπορεύονται τα πάντα, και ιδιαίτερα την παροχή υπηρεσιών. Τέλος, οι παγκόσμιες πόλεις (την κατηγορία αυτή αποτελούν μόνο το τρίπτυχο Νέα Υόρκη-Λονδίνο-Τόκιο) ειδικεύονται στην παροχή διεθνών χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Τα τελευταία 50 χρόνια ο κόσμος έγινε μάρτυρας της επανάστασης του εμπορίου. Οι πόλεις αντάλλασαν συνήθως έτοιμα εμπορεύματα (όπως τα αυτοκίνητα ή οι υπολογιστές). Τώρα εμπορεύονται υπηρεσίες, καθώς και τμηματικά κομμάτια (μπουζί ή κεφαλές εγγραφής για τους σκληρούς δίσκους). Κάθε βήμα στη διαδικασία παραγωγής έχει κατακερματιστεί. Τα διάφορα μέρη κατασκευάζονται ξεχωριστά και αποστέλλονται για συναρμολόγηση. Το αποτέλεσμα είναι να ανθίσει το εμπόριο σε παγκόσμιο επίπεδο, και μαζί να ακμάσουν και οι διεθνείς πόλεις, ενώ όλο και περισσότερες συναγωνίζονται για να μπουν σε αυτήν την επίλεκτη παγκόσμια λέσχη.

Γι’ αυτό η όποια λίστα υποψήφιων πρωτευουσών του κόσμου θα πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο τις τρεις καθιερωμένες πόλεις, συν την Ουάσινγκτον, αλλά και τις γρήγορα αναπτυσσόμενες μητροπόλεις των ταχύτερα αναπτυσσόμενων οικονομιών: τη Σαγκάη και το Πεκίνο, το Μουμπάι και το Δελχί, το Σάο Πάολο και την πόλη του Μεξικού. Αυτό σημαίνει βέβαια ότι θα πρέπει να εξαιρεθούν σημαντικές πόλεις όπως το Παρίσι, το Βερολίνο και το Λος Άντζελες, αφού δεν ταιριάζουν στον ορισμό μας. Από αυτές που πληρούν τις προϋποθέσεις του ορισμού, όλες οι πόλεις εκτός από το Λονδίνο και τη Ουάσινγκτον έχουν πληθυσμό άνω των 15 εκατομμυρίων.

Αλλά, όπως συμβαίνει και με τον πληθυσμό, το ίδιο ισχύει και για την οικονομία και το εμπόριο: το μέγεθος δεν είναι το παν. Ανά τους αιώνες, πόλεις όπως η Βαγδάτη και η Κωνσταντινούπολη, αναπτύχθηκαν χάρη στη φήμη τους σχετικά με την εκμάθηση, τη φήμη των εκπαιδευτικών τους ιδρυμάτων, τη δεκτικότητά τους σε νέες ιδέες και την ικανότητά τους να προσελκύουν τα καλύτερα μυαλά για να διδάξουν και να μελετήσουν στις σχολές και τις αίθουσές τους. Κάποιες από αυτές τις ιδιότητες μπορούν να μετρηθούν παρατηρώντας πόσα πανεπιστήμια διαθέτει μία πόλη, πόσοι από τους κατοίκους της έχουν γεννηθεί στο εξωτερικό και πόσες γλώσσες ομιλούνται στην πόλη αυτή.

Κατά συνέπεια, το Intelligent Life υπέβαλε τους υποψήφιους αντιπάλους σε ένα σύστημα βαθμολόγησης που τις αξιολογεί με βάση πέντε χαρακτηριστικά: την ισχύ και την επιρροή (κυρίως σε πολιτικό επίπεδο), το εισόδημα και τον πλούτο, τα εκπαιδευτικά πρότυπα (πανεπιστήμια και απόφοιτοι), τον πολιτιστικό βίο (θέατρα, εκδόσεις και καλλιτεχνική σκηνή) και τις παγκόσμιες διασυνδέσεις (αλλοδαποί πολίτες, αεροδρόμια, τουρίστες, ξένες γλώσσες που διδάσκονται στα σχολεία, τηλεφωνικές κλήσεις, συνδέσεις internet κλπ). Προσπαθήσαμε να είμαστε αντικειμενικοί στη βαθμολόγηση, αλλά κάποια κριτήρια, όπως αυτό της ισχύος και της κουλτούρας, είναι αναπόφευκτα υποκειμενικά.

Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν ότι οι κυρίαρχες πόλεις συνεχίζουν να είναι αυτές του ανεπτυγμένου οικονομικά κόσμου και όχι του αναπτυσσόμενου κόσμου. Στη λίστα μας, τέσσερις πόλεις βρίσκονται σε βιομηχανικά ανεπτυγμένες χώρες και πέντε σε αναδυόμενες αγορές. Οι τέσσερις που ανήκουν στις οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες καταλαμβάνουν τις τέσσερις πρώτες θέσεις, αντικατοπτρίζοντας πιθανώς το βάρος που δίνεται στην εκπαίδευση και τις διασυνδέσεις. Τελικά, εξελίσσεται σε μια κούρσα για δύο, με το Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη να προηγούνται, συγκεντρώνοντας υψηλή βαθμολογία σχεδόν σε κάθε κατηγορία, στην οποία δώσαμε την ίδια σπουδαιότητα. Το να δίναμε μεγαλύτερο βάρος στη δύναμη και την ισχύ, για παράδειγμα, και λιγότερο στην εκπαίδευση, θα άλλαζε τα αποτελέσματα και θα ωφελούσε αντίστοιχα τις πρωτεύουσες των αναδυόμενων αγορών.

Συνεπώς, το Λονδίνο είναι η ανεπίσημη παγκόσμια πρωτεύουσα, η νέα Νέα Υόρκη. Και αν θεωρείτε λάθος αυτό το αποτέλεσμα, ο σκεπτικισμός σας έχει βάση. Η Νέα Υόρκη μπορεί να φαντάζει η προφανής επιλογή των Ηνωμένων Εθνών τώρα, αλλά τότε δεν ήταν έτσι, αφού ανάμεσα σε αυτούς που την καταψήφισαν ήταν η Βρετανία, η Γαλλία και η Ολλανδία.

 

 

ΤΕΛΙΚΑ, ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ;

 

Ο Peter David ψηφίζει την ΟΥΑΣΙΝΓΚΤΟΝ

Μπορούν να παρατεθούν πολυάριθμα άσχετα επιχειρήματα εκ μέρους των αντίπαλων πόλεων. Το Παρίσι είναι πανέμορφο, το Λονδίνο είναι πιο κοσμοπολίτικο, το Πεκίνο είναι πιο εμπορικό. Όμως μόνο η Ουάσινγκτον διεκδικεί επάξια τον τίτλο της πρωτεύουσας όλου του κόσμου. Αν ήταν να σχεδιάσουμε από την αρχή την παγκόσμια πρωτεύουσα, θα την προικίζαμε με ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο, με ένα θολωτό Καπιτώλιο, με νεοκλασικούς ναούς, με μια τεράστια πισίνα και έναν κεντρικό οβελίσκο. Μια τέτοια πόλη όμως θα έμοιαζε με την Ντίσνεϊλαντ αν δεν διέθετε αυτό που διαθέτει η Ουάσινγκτον σε απαράμιλλη αφθονία: την απόλυτη, ακατέργαστη, παγκόσμια ισχύ.

Η Κίνα δείχνει τα δόντια της στην Αμερική, κι όμως οι τύποι με τα γκρι κοστούμια στο γκρι κτήριο Treasury Building είναι αυτοί που διευθύνουν τη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου. Παραδίπλα βρίσκεται η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, η οποία διευθύνει το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα. Το Πεντάγωνο συνεχίζει να είναι το μεγαλύτερο κτήριο γραφείων στον κόσμο: οι 25.000 ένοικοί του διευθύνουν έναν προϋπολογισμό αμύνης τόσο μεγάλο όσο το σύνολο όλου του υπόλοιπου κόσμου. Και μέσα σ’ όλα αυτά, από το γραφείο του στην Pennsylvania Avenue, ένα ταπεινό μέρος σε σύγκριση με το Μπάκινγκχαμ ή τα Ηλύσια Πεδία, ο πρόεδρος μπορεί να καθαιρέσει ηγεμόνες στη Μεσοποταμία και να λήξει σε μια στιγμή τον πόλεμο στο Waziristan.

Οι κάτοικοι της Ουάσινγκτον δεν παραμυθιάζονται από την αρχιτεκτονική μεγαλοπρέπειά της. Λαχταρούν τον ηλεκτρισμό που εκπέμπει η Νέα Υόρκη και το κάρμα του Σαν Φρανσίσκο. Παρά τα μνημεία της και τις λεωφόρους της, η Ουάσινγκτον δίνει την αίσθηση του προαστίου, ακόμα και της νωθρότητας. Αλλά κάθε τόσο σηκώνεις το βλέμμα σου για να δεις τα ελικόπτερα να πετούν πάνω από τις οροφές και συλλογίζεσαι: ευτυχώς ή δυστυχώς, εδώ βρίσκεται το πιο κοντινό πανομοιότυπο στην ισχύ της αρχαίας Ρώμης που έχει να αναδείξει η εποχή μας.

 

 

Ο James Miles ψηφίζει το ΠΕΚΙΝΟ

Δυστυχώς, η απάντηση πρέπει να είναι το Πεκίνο. Και λέω δυστυχώς, επειδή δεν είναι ούτε μία γοητευτική πόλη (εκτός ίσως από τις λίγες γειτονιές που έχουν απομείνει από την αυτοκρατορική περίοδο), ούτε μια πόλη με κουλτούρα (λίγοι σκέφτονται με δέος τα μουσεία, τα θέατρα ή τη μουσική του Πεκίνου), ούτε καν μια πόλη όπου μπορείς να αναπνεύσεις (οι Ολυμπιακοί αγώνες του 2008 ήταν μια σπάνια περίοδος χωρίς καυσαέρια). Σε πολιτικό επίπεδο δεν έχει και πολλούς θαυμαστές. Οι πολίτες του έχουν περισσότερες ελευθερίες απ’ ό,τι είχαν πριν από 30 χρόνια, αρκεί να μην εναντιώνονται στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Το Πεκίνο δεν είναι καν ιδιαίτερα φιλόξενο προς τους ξένους. Όσο και να μείνουν, οι αλλοδαποί δεν μπορούν να αποκτήσουν υπηκοότητα, ενώ μόλις μπήκαν νέα εμπόδια στους μετανάστες από τις υπόλοιπες περιοχές της Κίνας, καθιστώντας αδύνατο για τους περισσότερους από αυτούς να αγοράσουν αυτοκίνητα ή σπίτια (φαινομενικά προκειμένου να μην επιβαρυνθεί η κίνηση στους δρόμους και για να διατηρηθούν οι χαμηλές τιμές στην αγορά σπιτιού).

Το Πεκίνο δεν μπορεί να ασκήσει δύναμη σε παγκόσμιο επίπεδο με τον τρόπο που μπορεί η Ουάσινγκτον. Δεν έχει τη στρατιωτική ισχύ και τη διπλωματική δύναμη της Αμερικής (αν και ξοδεύει τεράστια ποσά για να τα χτίσει και τα δύο). Όμως, αντίθετα με την Αμερική που έχει αρκετούς εχθρούς, λίγες είναι οι χώρες παγκοσμίως που δεν το φλερτάρουν. Ακόμα και οι καχύποπτες χώρες (όπως η Αμερική) συμπεριφέρονται στο Πεκίνο με έναν επιφυλακτικό σεβασμό, αν όχι με ξεκάθαρες ψευτοκολακείες. Η Ουάσινγκτον εκπέμπει δύναμη, είτε ωμή είτε διπλωματική, σε μεγάλες δόσεις. Όμως σε πολλά μέρη του κόσμου εξίσου δυνατή είναι και η αντίσταση που δέχεται: προσπαθήστε, για παράδειγμα, να εκφράσετε τον θαυμασμό σας για την Αμερική στην Pyongyang. Η δύναμη που απορρέει από το Πεκίνο δεν είναι τόσο ισχυρή, είναι όμως πιο διαπεραστική. Πολλοί χλευάζουν την αμερικανική κουλτούρα· λίγοι τολμούν να χλευάσουν τον πολιτισμό της Κίνας. Η απότιση τιμής στον κινέζικο πολιτισμό είναι μια τελετή που αγχώνει τις δυτικές δυνάμεις. Κατά την επίσκεψη του στο Πεκίνο το 2009, ο πρόεδρος Obama ξόδεψε αρκετό χρόνο για να επισκεφτεί την Απαγορευμένη Πόλη και το Σινικό Τείχος.

Έλεγαν ότι οι αυτοκράτορες της Κίνας εξουσίαζαν την tianxia –που σημαίνει κάτω από τον παράδεισο– αν και πρακτικά οι “βάρβαροι” ήταν εκτός ελέγχου. Γιατί να μην ικανοποιήσουμε την Κίνα αναγνωρίζοντας απλώς το Πεκίνο ως την πρωτεύουσα της tianxia; Τουλάχιστον θα κάνει την Κίνα πιο συνεργάσιμη στην επίλυση των παγκόσμιων προβλημάτων, από την οικονομική κρίση μέχρι και την κλιματική αλλαγή, διασκεδάζοντας τις υποψίες της ότι η Δύση συνωμοτεί εναντίον της. Ας αποφασίσει λοιπόν η Κίνα, όπως έκαναν κάποτε οι αυτοκράτορές της, τι σημαίνει στην πραγματικότητα tianxia.

.

 

Ο Adam Roberts ψηφίζει το ΔΕΛΧΙ

Οι κάτοικοι αυτής της πόλης αγαπούν το αναπτυσσόμενο Δελχί για τη ζωηράδα του, τα χρώματά του, το φαγητό και την κουλτούρα του, τη θρησκευτική πολυμορφία του και την πολιτική επιρροή που ασκεί σε μια χώρα που έχει το μέγεθος μιας ηπείρου. Το να πείσει τους ξένους για τα θέλγητρά του είναι πιο δύσκολο. Το Δελχί είναι ένα έντονο μέρος, είτε πρόκειται για τις ασφυκτικά γεμάτες παλιές γωνιές του είτε για τα επιβλητικά κτήρια Lutyens. Κι όμως, η αντιμετώπιση του Δελχί ως παγκόσμια πρωτεύουσα είναι θέμα διορατικότητας.

Καταρχάς, είναι ασιατική πόλη. Οποιοσδήποτε ασχολείται σοβαρά με τη γεωπολιτική παραδέχεται ότι η δύναμη φθίνει από τους λαούς του Ατλαντικού και επιστρέφει στην Ανατολή, όπου η αναπτυσσόμενη οικονομία υποστηρίζει μια πιο δυναμική διπλωματική φωνή, στρατιωτική ισχύ και γενική αυτοκυριαρχία. Μπορούμε να αποχαιρετίσουμε τους πιο ανεπτυγμένους ανταγωνιστές, το Λονδίνο ή τη Νέα Υόρκη. Η δημογραφία παίζει κι αυτή το ρόλο της: μια και οι Ασιάτες απαρτίζουν σχεδόν τον μισό ανθρώπινο πληθυσμό, αξίζουν να έχουν εκπροσώπηση.

Επίσης, το μέγεθος μετράει. Σε μια δεκαετία και κάτι από σήμερα, η Ινδία δεν θα είναι μόνο μια πανίσχυρη οικονομική δύναμη, αλλά θα ξεπεράσει την Κίνα και θα γίνει η πιο πολυπληθής χώρα παγκοσμίως. Το Δελχί βρίθει από νέους μετανάστες και είναι ήδη μια μεγαλούπολη, αριθμώντας 21 εκατ. κατοίκους μαζί με τις ευρύτερες περιοχές. Η ιστορία, επίσης, τη βοηθά κατά πολύ. Η παλιά μογγολική (και βρετανο-ινδική) πρωτεύουσα διεκδικεί ένα βασιλικό πλεονέκτημα: προεδρεύει σε μια μοναδικά ποικολόμορφη χώρα, όπου 2,1 δις άνθρωποι επικοινωνούν σε σχεδόν 1.600 γλώσσες. Το να αντεπεξέρχεται σε αυτό το πολιτισμικό κράμα αποτελεί την ιδανική εξάσκηση για να γίνει το Δελχί ο νέος παγκόσμιος ηγέτης.

Εντούτοις, ο καθοριστικός παράγοντας είναι οι αξίες του. Καμία πόλη που ανήκει σε απολυταρχικό κράτος δε θα μπορούσε να καθοδηγήσει τον κόσμο, ακόμα κι αν οι ηγέτες της καυχιούνται για τον ολοένα αυξανόμενο πλούτο της ή τα υπερσύγχρονα τρένα της. Η υποδομή του Δελχί μπορεί να είναι ασταθής, όμως η ελευθερία του λόγου που υπάρχει είναι πιο σημαντική. Η Ινδία, παρά τη χαώδη της κατάσταση, προστατεύει τον φιλελεύθερο, λαϊκό και ειλικρινή χαρακτήρα της, κάτι που και πολύτιμο για τον εαυτό της είναι και ευνοεί τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα. Όπως και με την αρχαία Ρώμη ή τη σύγχρονη Ουάσινγκτον, μία πρωτεύουσα πρέπει να αποτελεί τον δημόσιο χώρο όπου θα μπορούν να εκφράζονται ελεύθερα η έντονη αντιπαράθεση, οι διαδηλώσεις και η πολιτική αντιπαλότητα. Χρειαζόμαστε μια μεγάλη, αναπτυσσόμενη, πολυσχιδή ασιατική πόλη, όπου θα μπορεί να ανθίσει η διακίνηση ιδεών. Το Δελχί είναι η ιδανική υποψήφια πόλη.

 

Ο Adrian Wooldridge ψηφίζει τη ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ

Το σημαντικό αστικό γεγονός του 20ου αιώνα ήταν η ανάπτυξη της Νέας Υόρκης. Το 1900 υπήρχαν μερικοί ανταγωνιστές για τον τίτλο της πρωτεύουσας του 20ου αιώνα. Πενήντα χρόνια αργότερα δεν υπήρχε πλέον καμία αμφιβολία. Το Παρίσι ήταν γοητευτικό αλλά επαρχιακό. Το Βερολίνο δεν ήταν καν η πρωτεύουσα της Γερμανίας, πόσο μάλλον του κόσμου. Το Λονδίνο ήταν ανιαρό. Η Νέα Υόρκη ήταν η ιδανική έκφραση της αμερικανικής ισχύος και του σύγχρονου πνεύματος, από τους πανύψηλους ουρανοξύστες μέχρι τους αντισυμβατικούς διανοούμενους και από τις εθνοτικές γειτονιές μέχρι την απαράμιλλη υψηλή κουλτούρα της.

Το σημαντικό αστικό γεγονός του 21ου αιώνα θα είναι η επιβίωση της Νέας Υόρκης. Υπάρχει πληθώρα αντιπάλων από τον αναπτυσσόμενο κόσμο: η Σαγκάη και το Πεκίνο, μια και η Κίνα αναδεικνύεται στη μεγαλύτερη οικονομική δύναμη παγκοσμίως, το Μουμπάι και το Σάο Πάολο. Υπάρχουν πόλεις από τον παλιό κόσμο, κυρίως το Λονδίνο, που μπορεί να αποφασίσουν ότι ο μοναδικός τρόπος να διασωθούν από την παρακμή είναι να αναδειχτούν σε παγκόσμιες πρωτεύουσες. Αυτοί οι αντίπαλοι έχουν αρκετά όπλα στα χέρια τους: οι τιτάνες του αναδυόμενου κόσμου σπάνε τα ρεκόρ για το πιο ψηλό κτήριο ή το πιο ταχύ τρένο, ενώ το Λονδίνο συνεχίζει να γοητεύει με τα μουσεία του και τις επαύλεις του. Όμως όλοι θα αποτύχουν. Το Πεκίνο και η Σαγκάη δεν έχουν πάθος και, ακόμα περισσότερο, δεν έχουν πνευματική ζωή. Το Μουμπάι και το Σάο Πάολο είναι μία απ’ τα ίδια. Το Λονδίνο είναι ο πιο σοβαρός αντίπαλος της Νέας Υόρκης. Αλλά οι σημαντικές πόλεις δεν μπορούν να αναπτυχθούν σε γερασμένο έδαφος: το Λονδίνο δεν θα είναι τίποτα παραπάνω από ένα ξενοδοχείο πολυτελείας για τους κροίσους και ένα καταφύγιο για τους φτωχούς ντόπιους.

Η αξίωση της Νέας Υόρκης για διάκριση δεν περιορίζεται στις αδυναμίες των αντιπάλων. Η Νέα Υόρκη ευδοκίμησε τον 20ο αιώνα επειδή αντιπροσώπευε τα καλύτερα στοιχεία του σύγχρονου κόσμου: τη δεκτικότητα σε νέες ιδέες και ταλέντα από όλον τον κόσμο· τη δυνατότητα να καθορίσει ο καθένας τη μοίρα του και να προσδιορίσει τον εαυτό του· και, ως αποτέλεσμα όλων αυτών, τον δυναμισμό που μετατρέπει την πρόκληση σε ευκαιρία. Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι που θα της δώσουν την κυρίαρχη θέση σε αυτόν τον αιώνα, όπως έκαναν και στον προηγούμενο.

 

Ο Edward Carr ψηφίζει τη ΣΙΓΚΑΠΟΥΡΗ

Έχετε επισκεφτεί ποτέ την Καμπέρα; Είναι βαρετή και ασφαλής και είναι καλή μόνο σε πολιτικό επίπεδο. Οι λίμνες της, οι γέφυρες και τα χαμηλωμένα γραφεία της είναι τρανές αποδείξεις μιας στείρας συνοχής που δεν μοιάζει σε τίποτα με την απαλή ομορφιά του λιμανιού του Σίδνεϊ ή του εθνοτικού βουητού της Μελβούρνης. Κι όμως, η Καμπέρα είναι η ιδανική πρωτεύουσα μιας ομοσπονδίας αντίπαλων κρατών, που το ένα φθονεί το άλλο.

Την εποχή των αυτοκρατοριών, η πρωτεύουσα του κόσμου ήταν αναπόφευκτα η ίδια η αυτοκρατορία. Η Ρώμη, το Λονδίνο, το Παρίσι και η Ουάσινγκτον αποτέλεσαν τους πυρήνες των αντίστοιχων αυτοκρατοριών. Όμως η περίοδος των αυτοκρατοριών φθίνει. Αν θεωρείτε ότι το Λονδίνο και η Νέα Υόρκη είναι πολύ δυτικές για να αποτελούν τις πρωτεύουσες του κόσμου, αυτό συμβαίνει γιατί η Δύση πρέπει να αφήσει χώρο και για τους υπόλοιπους. Αν δεν πείθεστε από τις αξιώσεις της Ουάσινγκτον, του Πεκίνου ή του Δελχί είναι επειδή καμία χώρα δεν δείχνει ικανή να κατακτήσει με το σπαθί της την παγκόσμια κυριαρχία. Όλο και περισσότερο ο κόσμος γίνεται μια ομοσπονδία από αντίπαλα κράτη που διαφυλάσσουν την ανεξαρτησία τους και έχουν λόγο στις εξελίξεις.

Αντίθετα, στην Αυστραλία, οι κανόνες για την επιλογή της πρωτεύουσας των ομοσπονδιών είναι διαφορετικοί από τους κανόνες μιας αυτοκρατορίας. Η αυτοκρατορική πρωτεύουσα αναδίδει δύναμη, όμως η ομοσπονδιακή πρωτεύουσα δεν πρέπει να είναι απειλητική. Ο James Madison, ο συνταγματικός αρχιτέκτονας και τέταρτος πρόεδρος των ΗΠΑ, δικαιολόγησε τη χάραξη της Ουάσινγκτον στην αραιοκατοικημένη ύπαιθρο έκτασης 100 τετρ. μιλίων υποστηρίζοντας ότι οι πολιτικοί πρέπει να συγκεντρώνονται, χωρίς κάποιο μέλος κράτος να μπορεί να επιβάλλει την επιρροή και την ισχύ του.

Η αυτοκρατορική πρωτεύουσα χρειάζεται την τέχνη, τον πολιτισμό και το φαγητό για να εξευγενίσει το πνεύμα – και το πασπαλίζει με τον κίνδυνο, την αθλιότητα καθώς και το βίτσιο να αναζωογονεί τον κατάκοπο ουρανίσκο. Η ομοσπονδιακή πρωτεύουσα είναι πιο πιθανό να έχει χτιστεί εξ επί τούτου και να έχει πασπαλιστεί με την επίσημη κουλτούρα. Οι πόλεις που αναδεικνύονται σε ομοσπονδιακές πρωτεύουσες δεν είναι η πρώτη επιλογή κανενός, γιατί οι πόλεις της πρώτης επιλογής ανήκουν συνήθως στην κυρίαρχη επαρχία ή το κυρίαρχο κράτος. Η Ιδρυτική Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης τιμά τη Ρώμη και η μηχανή της ρυθμίστηκε στα υπουργεία του Παρισιού και του Βερολίνου, αλλά η ΕΕ εγκατέστησε την πρωτεύουσά της στη βαρετή παλιά πόλη των Βρυξελλών.

Αν και οι ομοσπονδιακές πρωτεύουσες δεν σημειώνουν υψηλή βαθμολογία στην ισχύ και τον πολιτισμό, διαπρέπουν στα υπόλοιπα κριτήρια της λίστας μας: στον πλούτο, την εκπαίδευση και τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα τους. Κατά συνέπεια, η παγκόσμια πρωτεύουσα πρέπει να είναι σε κάποιο αποδοτικό και ουδέτερο σημείο. Κάπου, όπου θα μπορείς να μπαινοβγείς εύκολα. Κάπου, όπου συνηθίζουν να καλωσορίζουν ταξιδιώτες απ’ όλον τον κόσμο. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το μέρος αυτό ήταν η Γενεύη. Σήμερα, με την Ευρώπη και τις ΗΠΑ να επιδεικνύουν μία εσωστρέφεια, θα πρέπει να είναι στην αναπτυσσόμενη Ασία.

Γι’ αυτό η ψήφος μου πηγαίνει στη Σιγκαπούρη. Όχι επειδή είναι η πιο σημαντική πόλη του κόσμου, αλλά επειδή είναι η πιο κατάλληλη για πρωτεύουσα του αναπτυσσόμενου ομοσπονδιακού κόσμου. Αυτή η πόλη κράτος δεν έχει εχθρούς. Δεν επιλέγει στρατόπεδα στο γεωπολιτικό μπρα ντε φερ. Έχει το ένα πόδι της στην Ασία και το άλλο στη Δύση και είναι ένα καταπληκτικό εμπορικό κομβικό σημείο με μορφωμένους κατοίκους.

Η στειρότητα και η ιδιόμορφη νοοτροπία της Σιγκαπούρης μπορεί να μην είναι τα χαρακτηριστικά που θα διάλεγε κανείς για την πόλη που θα επισκεπτόταν για το σαββατοκύριακο. Όμως η τάξη και η αποδοτικότητα είναι πλεονεκτήματα όταν πρόκειται να βοηθήσει κανείς να λειτουργήσουν τα πράγματα σε παγκόσμιο επίπεδο. Το μάθημα που παίρνουμε από τα ομοσπονδιακά κράτη είναι ότι δεν επιλέγουμε μια πρωτεύουσα για πλάκα – αυτή είναι μια επιλογή που θέλουμε να έχουμε όσον αφορά την πόλη που κατοικούμε. Θέλουμε μια πρωτεύουσα όπου θα λειτουργούν τα πράγματα. Οπότε ξεχάστε την εκ νέου ανακάλυψη της αρχαίας Ρώμης. Αν ήταν να επιλέξετε την πρωτεύουσα του 21ου αιώνα, αυτή θα ήταν η Σιγκαπούρη.